Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ 3ης ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1843 ΚΑΙ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ



Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου

Το πρώτο Σύνταγμα μετά την απελευθέρωση της Ελλάδος έγινε με την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που εκδηλώθηκε στον χώρο προ των ανακτόρων, της σημερινής Βουλής, και γι’ αυτό αυτή η πλατεία ονομάζεται πλατεία Συντάγματος. Πρωταγωνιστής αυτής της επαναστάσεως ήταν ο ευλαβέστατος ρουμελιώτης στρατηγός Γιάννης Μακρυγιάννης, του οποίου η παρουσία ήταν σημαντική και ουσιαστική. 
Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης στα κείμενα που μας άφησε διασώζει πολλά περιστατικά από τις ημέρες εκείνες, καθώς επίσης μας δίδει και το πνεύμα μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε η αντίδραση του λαού.
Στην συνέχεια θα δούμε μερικά κείμενα του Στρατηγού Μακρυγιάννη, τα οποία είναι αρκετά αποκαλυπτικά για τον χαρακτήρα και την ατμόσφαιρα της Επαναστάσεως του 1843, καθώς επίσης και για το πνεύμα μέσα στο οποίο γράφηκε το πρώτο ελεύθερο και δημοκρατικό Σύνταγμα της Ελλάδος.
1. Στα κείμενά του ο στρατηγός Μακρυγιάννης περιγράφει ότι στον αγώνα που έκανε ενισχύθηκε από τον Θεό. Ζούσε σε μια κοινωνία με τον Θεό και τους αγίους. Η επανάσταση αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα μιας αγαθής διαθέσεως για την ελευθερία των ατομικών δικαιωμάτων, αλλά καρπός της “εκκλησίας”, δηλαδή της κοινωνίας ζώντων και κεκοιμημένων, Θεού και ανθρώπων. 
Γράφει ο Μακρυγιάννης:
“Έρχεται η τρίτη Σεπτεμβρίου, την νύχτα οπού μας είχαν τρογυρισμένα όλα τα στρατέματα, και εγώ χωρίς δύναμην, και την αυγή θα μ’ έβαιναν εις την τζελατίνα (εις τ’ άλλο στορικόν ξηγώμαι πώς έτρεξε), τότε περικαλιώμαι τον Θεόν και την χάρη της να μας προφτάσουνε, και όντως έκαμεν νεκρανάστασην σε μας και μας έσωσε... Τις ημέρες εκείνες της τρίτης Σεπτεβρίου, εις τις έξι, εις τις εφτά μέρες εκείνου του μηνός, βλέπει ένας γερο-σεβάσμιος αγωνιστής, κάτοιμος έξω εις τα χωριά, την νύχτα οπού χαζιρεύεταν να κοιμηθεί και πήγε εις τα εικονίσματά του να κάμει την προσευκή του, βλέπει ένα σύγνεφον και του λέγει: Γνωρίζεις τον Μακρυγιάννη; Αυτός τον πήρε ο φόβος. Μήν φοβάσαι· τον γνωρίζεις; του λέγει. Λέγει και αυτός ο δυστυχής: Τον γνωρίζω. Να πάς να του ειπείς, δι’ αυτό οπού εργάστη θα τον κιντυνέψουν πολύ και αυτόν, και αυτός μην φοβηθεί· ας έχετε τις ελπίδες εις τον Θεόν και θα σάς σώσει... Όταν θα βαρούσαμεν τουφέκι, την τρίτη Σεπτεβρίου, βλέπει ένας άλλος αγωνιστής, χριστιανός καλός, τις δύο του μηνός ξημερώνοντας, ότι βρέθη εις το περιβόλι μου, αυτός και ένας λαμπροφορεμένος ως δεσπότης, και παρουσιάστηκα και εγώ. Του λέγει αυτεινού του αγωνιστή ο δεσπότης: Αυτόν οπού βλέπεις, και θα τον σώσω από τον κίντυνον (καί παρουσιάζεται και μια στέρνα με μαγαρισές) και θα τον βγάλω από αυτείνη την μαγαρισά. Και σταύρωσε και έλαψε ο τόπος...”.
Όπως φαίνεται πρόκειται για λαοσύναξη, θεοσύναξη και αγιοσύναξη. Πρόκειται για μια πολιτική πράξη, αφού αποβλέπει στις ελευθερίες του λαού. Και σε αυτήν την πολιτική πράξη συμμετέχουν τα μέλη της Εκκλησίας ενισχυόμενα από τον Θεό.

2. Σε μια δύσκολη στιγμή της επανάστασης για να δοθή το Σύνταγμα, όταν ο Μακρυγιάννης περικυκλώθηκε από τα βασιλικά στρατεύματα, πήγε στις εικόνες και έκανε την προσευχή του: 
“Κύριε, βλέπεις σε τί κατάστασιν έφτασα. Ο μόνος σωτήρας είναι η παντοδυναμία σου και η εσπλαχνία σου σ’ εμάς οπού κιντυνεύομεν και εις την ματοκυλισμένη μας πατρίδα”. Και στην συνέχεια διηγείται ο Μακρυγιάννης: “Τότε η άπειρη εσπλαχνία του Θεού και η αγαθότης του μούδωσε φώτισιν και θάρρος. Πιάνω και φκειάνω μίαν σημαία και γράφω· “Εθνική συνέλεψη, Σύνταμα”. Λέγω· “Εις το όνομα του Θεού και της βασιλείας του σηκώνεται η σημαία της πατρίδος!”. Και την είχα έτοιμη. Τελειώνοντας αυτό, έφκειασα την διαθήκην μου... Τότε ησύχασε η ψυχή μου και το σώμα μου έλαβε άλλη ψύχωσιν...”.
Η επιτυχία της Επαναστάσεως της 3ης Σεπτεμβρίου αποδίδεται στον Θεό. Γι’ αυτό στον λόγο του ο Μακρυγιάννης θα πή: 
“Ιδού, αδελφοί, ο Θεός πάλε έκαμεν το έλεός του και μας έφερε μόνος του το αγαθό του δώρο και μας προστάτεψε κ’ εμάς και τον Βασιλέα μας, ούτε αυτός ν’ αγαναχτήση αναντίον μας, ούτε εμείς εις τον Βασιλέα μας. Και φώτισε και τα δυο μέρη εις το εξής θα ζήσωμεν με την ευλογίαν του Θεού ως πατέρας με τα παιδιά. Διώχνομεν αύριον και τους Μπαυαρέζους... να μην θυμηθή κανένας πάθος από ’μάς να πειράξη κανέναν... όσο να πάνε στην ευκή του Θεού... Αυτά είχα να σάς ειπώ, αδελφοί”. “Φέραμε και πλοία και μπαρκαρίσαμεν όλους τους Μπαυαρέζους...”.
3. Η θρησκεία για τον Μακρυγιάννη είχε μεγάλη σημασία όπως το βλέπουμε σε όλα τα κείμενά του, αλλά και το Σύνταγμα που κατοχυρώνει τις ελευθερίες του λαού θεωρείται από αυτόν ως ευαγγέλιο. Γράφει κάπου:
“Δεν πέρασε δύο τρεις ημέρες, ήρθαν και με ’ρέθιζαν και μόταζαν να μπώ σε ξένες φατρίες και εις κόμματα· τους είπα: Όποιον κόμμα είναι της πατρίδος μου και θρησκείας μου, με εκείνο είμαι, και με το Σύνταμα, το ευαγγέλιο του Θεού”.
Τα κόμματα πρέπει να εμπνέονται από την αγάπη στην πατρίδα και την θρησκεία, και δεν πρέπει να κατευθύνωνται από ξένες δυνάμεις. Ο Μακρυγιάννης σέβεται και το Σύνταγμα, που το θεωρεί ευαγγέλιο, γιατί στο Όνομα του Θεού, με προστασία του Θεού, και βέβαια το Σύνταγμα σέβεται, “προστατεύει” την θρησκεία.

4. Ο Μακρυγιάννης αγωνίστηκε για τις ελευθερίες του λαού, για να φύγουν από τον τόπο οι Βαυαροί, αλλά ταυτόχρονα δεν ήθελε ποτέ να βλαφθή η θρησκεία, δηλαδή η ορθόδοξη Εκκλησία. Σε κάποιο απόσπασμα από τα κείμενά του γράφει ο Μακρυγιάννης:
Όταν πιαστήκαμεν εις την Συνέλεψη δια την θρησκεία, πριν αυτό να μιληθεί, όλοι οι πρέσβες θυσίασαν πλήθος τραπέζια και χρήματα να μπορέσουν να κάμουν τον σκοπόν τους. Να μην γένει τίποτας, επιαστήκαμεν εκείνη την ημέρα πολύ· από την φιλονικία την πολλή λέγει ο Μεταξάς να το βάλομεν εις τον ψήφον. Του λέγω αυτεινού και όσοι ήταν σύμφωνοι, θρησκεία δεν βαίνομεν εις τον ψήφο· ορθόδοξοι χριστιανοί, να κομματιαστούμεν, δυτικοί και ανατολικοί, ότι σήμερα πεθαίνομεν όλοι, τους λέγω, εδώ μέσα. Τότε, χωρίς να την βάλομεν εις τον ψήφο, έγινε πανψηφεί, και οι περί και οι κατά δεν μπορούσαν να κάμουν αλλιώς· τότε όλοι αυτείνοι οι βουλωμένοι, και ντόπιοι και ξένοι, μείναν πολύ νεκρωμένοι και πολύ αγαναχτισμένοι αναντίον μου και ’νέργησαν δολοφονία, και ο Θεός τους νέκρωσε την θέλησήν τους”.
Από τα λόγια αυτά φαίνεται καθαρά: 
Πρώτον, ότι οι ξένες δυνάμεις ήθελαν από τότε να αλλοιώσουν το θρησκευτικό φρόνημα του λαού και το έκαναν αυτό με πολλούς τρόπους με χρήματα και άλλες φιλοφρονήσεις.  
Δεύτερον, ο Μακρυγιάννης είχε την άποψη ότι τα θέματα της θρησκείας δεν μπαίνουνε σε ψηφοφορίες, γιατί οι Έλληνες είναι όλοι μέλη της Εκκλησίας και δεν μπορούν να κομματιάζωνται. 
Τρίτον, τόση ήταν η κακία των ξένων, ώστε επεδίωξαν να δολοφονήσουν τον ευλαβέστατο αυτόν αγωνιστή Μακρυγιάννη, επειδή τον θεωρούσαν ως εμπόδιο στα σχέδιά τους.
Όμως τον Μακρυγιάννη τον προστάτευε ο Θεός και οι άγιοι. Γι’ αυτό ο ίδιος, ακριβώς πιο κάτω, γράφει:
“Τότε, το βράδυ βλέπει ένας αγαθός χριστιανός, όχι εις τον ύπνον, τον ξύπνησε, βλέπει έναν γεραλέον και του λέγει: Σύρε να ειπείς του Μακρυγιάννη, ας δοξάζει τον Θεόν, και όσα ’νέργησαν αναντίον του και ’νεργούνε δεν μπορούν να του κάμουν τίποτας, και ήμουν εις το σπίτι του όπου τον φυλάγαμεν, εγώ και η χάρη της, η Βαγγελίστρα, ο α-Γιάννης, η αγία Κατερίνη, ο άγιος Σπυρίδωνας, ο άγιος Νικόλας και ο άγιος Παντελέμονας, και να του ειπείς, εγώ είμαι ο Ευθύμιος, και το χάρισμα οπού θα του δώσει η Βαγγελίστρα και οι άλλοι οι άγιοι και εγώ, να το φυλάξει καλά εις κασέλα του, να μην τον απατήσουν και του το πάρουν εκείνοι οπού τον κιντυνεύουν, και να του το ειπείς”.
Συμπερασματικά μπορούμε να πούμε ότι για τον Μακρυγιάννη η κοινωνία των Ρωμηών δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, είναι μια κοινωνία Θεού και ανθρώπων, αγίων και αμαρτωλών, αγγέλων και ανθρώπων. 
Ο Θεός δια των αγίων προστατεύει τα μέλη της Εκκλησίας. Έπειτα, το Σύνταγμα είναι το ευαγγέλιο του Θεού, γιατί έγινε κατόπιν επαναστάσεως, η οποία επικράτησε με την βοήθεια του Θεού, με θαύματα, και βοηθά τους Έλληνας να ζουν ήρεμα και ήσυχα με την θρησκεία των προγόνων τους. 
Το πρώτο ελεύθερο Σύνταγμα δεν ήταν καρπός και αποτέλεσμα ανθρωποκεντρικών προσπαθειών για μια επικράτηση της δικαιοσύνης, όπως το βλέπουμε στην Γαλλική Επανάσταση, αλλά ήταν καρπός ευλογίας και ενισχύσεως από τον Θεό. Στην Επανάσταση εκείνη συμμετείχε σύσσωμη η Εκκλησία, τόσο των ζώντων, όσο και των κεκοιμημένων.

Αυτή είναι η πνευματική υποδομή του δικού μας Συντάγματος. 
Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης ομοιάζει με τους Κριτές της Παλαιάς Διαθήκης. Και φυσικά η περίπτωση του Μακρυγιάννη δείχνει το ήθος όλων των αγωνιστών της Επαναστάσεως του 1821. Και όμως υπάρχουν σήμερα μερικοί που θέλουν να επιβάλλουν έναν θρησκευτικό αποχρωματισμό στο Σύνταγμα και τους νόμους της Πατρίδος μας, κάτω από την επίδραση ξένων επιδιώξεων. Επίκαιρος ο λόγος του Μακρυγιάννη: “όλοι οι πρέσβες θυσίασαν πλήθος τραπέζια και χρήματα να μπορέσουν να κάμουν τον σκοπόν τους”.
Οι διάδοχοι του Μακρυγιάννη δεν μπορούμε να αποδειχθούμε προδότες του “πνεύματος” του Μακρυγιάννη.


πηγή  

Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Διακρίνεται έφιππος ο Δημήτριος Καλλέργης (Συλλογή Λ. Ευταξία, Αθήνα)
Με τον όρο επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου περιγράφονται τα γεγονότα του 1843, τα οποία κατέληξαν στην παραχώρηση συντάγματος από τον Όθωνα και στη μετάβαση της Ελληνικής πολιτείας από την απόλυτη μοναρχία στη συνταγματική μοναρχία.

Πίνακας περιεχομένων

 [Απόκρυψη

Κατάσταση της χώρας [Επεξεργασία]

Οκτώ χρόνια μετά την ενηλικίωση του Όθωνα, η κατάσταση στον ελλαδικό χώρο ήταν δραματική. Μεγάλα προβλήματα, όπως η αγροτική γη, οι εθνικές γαίες, η εκπαίδευση κ.ά. συνέχισαν να ταλανίζουν τη χώρα, με αποτέλεσμα την δικαιολογημένη δυσφορία του λαού. Ο απολυταρχικός τρόπος άσκησης της εξουσίας του παλατιού πολλές φορές οδηγούσε σε μικροεξεγέρσεις, οι οποίες καταστέλλονταν αμέσως από τον κυβερνητικό στρατό. Το παλάτι συγκέντρωνε το γενικό μίσος και αποτελούσε τον στόχο της πολιτικής πάλης.

Προετοιμασία [Επεξεργασία]

Το 1840, ο Μακρυγιάννης ίδρυσε μια-κατα τον Όθωνα-,παράνομη οργάνωση, με σκοπό την επιβολή συντάγματος. Στην οργάνωση σύντομα μυήθηκαν οπλαρχηγοί και αγωνιστές του '21, οι οποίοι είχαν παραγκωνισθεί από τους Βαυαρούς. Τα μέλη της οργάνωσης δεσμεύονταν με όρκο στην πατρίδα και στην Ορθοδοξία. Μερικοί από τους οπλαρχηγούς που μυήθηκαν ήταν οι Θεόδωρος Γρίβας, Μήτρος Δεληγιώργης, Κριεζιώτης κ.α.
Στη συνέχεια ο Μακρυγιάννης έστρεψε την προσοχή του στους πολιτικούς και κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, έτσι ώστε να μυήσει έμπιστα άτομα. Προσέγγισε και μύησε τον αρχηγό του Ρωσικού κόμματος, τον Ανδρέα Μεταξά, σημαντική προσωπικότητα της εποχής, ενώ στη συνέχεια προσχώρησε στο κίνημα και ο αρχηγός του Αγγλικού κόμματος, Ανδρέας Λόντος. Αυτοί οι δύο κατόρθωσαν να μυήσουν τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής όπως τους: Ρήγα Παλαμήδη, Κωνσταντίνο Κανάρη, Χρύσανθο Σισίνη, Κωνσταντίνο Ζωγράφο κ.α. Για να επιτύχει όμως το κίνημα χρειαζόταν και η συνεργασία του στρατού. Για τον λόγο αυτό μύησαν τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη. Για να επιτύχουν τους σκοπούς τους φρόντισαν να τον μεταθέσουν από το Άργος στην Αθήνα και να τον διορίσουν στρατιωτικό διοικητή της Αθήνας. Ο Καλλέργης κατάφερε να φέρει σε επαφή τους κινηματίες και με άλλους στρατιωτικούς, όπως τον Σπυρομήλιο και να τους πείσει να προσχωρήσουν στην οργάνωση. Λίγο πριν το ξέσπασμα του κινήματος σχηματίστηκε τριμελής επιτροπή που σχηματίστηκε από τους Ανδρέα Μεταξά, Μακρυγιάννη και Δημήτριο Καλλέργη. Ο καθένας αντιπροσώπευε έναν διαφορετικό κόσμο: ο Μεταξάς τον πολιτικό, ο Μακρυγιάννης το λαϊκό και ο Καλλέργης το στρατιωτικό.

Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 [Επεξεργασία]

Η επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ου αι.
Η αρχική ημερομηνία εκδήλωσης του κινήματος είχε ορισθεί να είναι η 25η Μαρτίου 1844, για να συμπίπτει με τον εορτασμό της επανάστασης. Ο ενθουσιώδης όμως Μακρυγιάννης διέδωσε το μυστικό σε πολλούς, με αποτέλεσμα να επισπευσθεί η εκδήλωση του κινήματος. Το κίνημα είχε αποφασισθεί να ξεσπάσει στους στρατώνες, έτσι ώστε να ακινητοποιηθούν άμεσα τα στελέχη του Οθωνικού καθεστώτος. Έτσι, τη νύχτα της 2ης προς 3ης Σεπτεμβρίου πολλά σημαίνοντα στελέχη του κινήματος κατευθύνθηκαν προς το σπίτι του Μακρυγιάννη για να δώσουν το τελικό σύνθημα. Η χωροφυλακή παρατήρησε τις ύποπτες κινήσεις γύρω από την οικία του και την περικύκλωσαν. Ο Καλλέργης, συνειδητοποιώντας την κρισιμότητα της κατάστασης, κατέφθασε στους στρατώνες και ξεσήκωσε τους αξιωματικούς με το σύνθημα "Ζήτω το Σύνταγμα". Αμέσως διέταξε έναν λόχο να διαλύσει την πολιορκία του οίκου του Μακρυγιάννη και άλλον ένα να ανοίξει τις φυλακές του Μεντρεσέ, ενώ αυτός παράλληλα κατευθυνόταν[1] με 2.000 στρατιώτες στα ανάκτορα. Επιπλέον είχε στείλει στρατιωτικά αποσπάσματα να καταλάβουν το νομισματοκοπείο, την Εθνική Τράπεζα, το Δημόσιο Ταμείο και τα διάφορα υπουργεία.
Η άφιξη του στρατού με ζητωκραυγές και συνθήματα συντέλεσε, ώστε να σπεύσουν προς τα ανάκτορα και οι κάτοικοι της Αθήνας και να ενωθούν με τον στρατό. Ο Βασιλιάς έστειλε τον υπασπιστή του Γρίβα Γαρδικιώτη και τον υπουργό στρατιωτικών Αλέξανδρο Βλαχόπουλο να βολιδοσκοπήσουν την κατάσταση και να προσπαθήσουν να μεταπείσουν τους στρατιώτες. Κατά διαταγή όμως του Καλλέργη συνελήφθησαν αμέσως. Ο Όθωνας, φοβούμενος για τα χειρότερα, έστειλε τον Στάινστορφ, τον διαγγελέα του, στο Σχινά για να φέρει τα πυροβόλα. Ο τελευταίος όμως προτίμησε να συνταχθεί με τους επαναστάτες.
Στις 3 τα ξημερώματα προσήλθαν και οι πολιτικοί αποστάτες και μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας, ο Α. Μεταξάς, ο Α. Λόντος, ο Κ. Ζωγράφος, ο Ρ. Τζουρτζ, κάλεσαν τους υπόλοιπους συμβούλους της επικρατείας σε συνεδρία για να επικυρώσουν τις επαναστατικές πράξεις[2]. Το συμβούλιο αναγνώρισε το κίνημα, καθόρισε τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης και διόρισε επιτροπή υπό τους Γεώργιο Κουντουριώτη, Λ. Μαυρομιχάλη, Γ. Λινιάνα, Γ. Ψύλλα, Ανδρέα Λόντο και Κ. Προβελέγγιο, η οποία θα παρουσίαζε τις αποφάσεις του στο Βασιλιά. Το νέο υπουργικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν στελέχη και από τα τρία μεγάλα κόμματα, είχε ως εξής )Κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά 1843): Πρόεδρος και υπουργός εξωτερικών Ανδρέας Μεταξάς, υπουργός στρατιωτικών ο Ανδρέας Λόντος, υπουργός Ναυτικών ο Κωνσταντίνος Κανάρης, υπουργός Δικαιοσύνης ο Λέων Μελάς, υπουργός εκκλησιαστικών & παιδείας ο Μιχαήλ Σχινάς, υπουργός Οικονομικών ο Δρόσος Μανσόλας και υπουργός Εσωτερικών ο Ρήγας Παλαμήδης.

Η επόμενη μέρα [Επεξεργασία]

Ο λαός και ο στρατός διαλύθηκαν στις 3 το μεσημέρι, αφού πληροφορήθηκαν ότι όλα τα αιτήματα έγιναν αποδεκτά. Τέλος, με βασιλικά διατάγματα η 3η Σεπτεμβρίου ανακηρυσσόταν σε μέρα εθνικής γιορτής, ενώ ο Δημήτριος Καλλέργης παρασημοφορούνταν, ως αρχηγός[3] του επαναστατικού κινήματος.

Μετά την επανάσταση: Η Α' εν Αθήναις Εθνική Συνέλευση του 1843 [Επεξεργασία]

Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο έγιναν οι εκλογές του 1843 και οι εκλεγμένοι πληρεξούσιοι συγκρότησαν την συνταγματική Εθνική Συνέλευση που είχαν απαιτήσει όσοι έλαβαν μέρος στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και συνέταξαν Σύνταγμα, το οποίο υπέγραψε ο Όθωνας. Από τότε η πλατεία των Ανακτόρων μετονομάστηκε σε Πλατεία Συντάγματος.

Παραπομπές [Επεξεργασία]

  1. Ο Καλλέργης σε επιστολή του προς τον πρεσβευτή της Βαυαρίας στη Βιέννη αναφέρει οτι κατευθυνόταν με 2.000 στρατιώτες και 20.000 λαό. Το τελευταίο θεωρείται αρκετά υπερβολικό.
  2. Τρύφων Ευαγγελίδης (1894). Ιστορία του Όθωνος Βασιλέως της Ελλάδος 1832-1862. Αθήνα: Αριστείδης Γαλανός. σελ. 204.
  3. Χαρακτηριστικό είναι το σχόλιο ιστορικού της εποχής: Χωρίς τον Μακρυγιάννη και τον Μεταξά η επανάσταση δε θα γινόταν. Χωρίς τον Καλλέργη η επανάσταση πολύ απλά δε θα πετύχαινε.

Πηγές [Επεξεργασία]

  • Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1997, ISBN 960-600-524-0
  • Ε΄ Ιστορικά, Η επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, Αθήνα 2000
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού[1]
  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή

Οι τελευταίες 80 αναρτήσεις μας